11 χρόνια από την κοίμησή του Μεθόδιου Φούγια

11 χρόνια από την κοίμησή του Μεθόδιου Φούγια

Πρώην Αρχιεπίσκοπος Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας

 

Του Αλέκου Παπαδόπουλου*

 

Υπάρχουν πρόσωπα που παρ’ ότι έφυγαν από κοντά μας από χρόνια πολλά, διατηρούμε, ισόβια θέλω να πιστεύω, νωπή στη θύμησή μας, όχι μόνο τη φυσιογνωμία, αλλά και τις σκέψεις, αλλά και τους λόγους, τα οράματα, αλλά και την προσωπικότητα και το έργο τους, έργο που άφησαν στο πέρασμά τους από τον μάταιο τούτο κόσμο μας.
Ένα τέτοιο πρόσωπο, τι πρόσωπο, μια μεγάλη μορφή της στείρας δυστυχώς εποχής μας, όχι μόνο κατ’ εμένα, αλλά και για άλλους όσους είχαν το ευτύχημα να τον ζήσουν, ήταν και ο μακαριστός Μητροπολίτης Πισιδίας υπέρτιμος και έξαρχος Σίδης, Μυρέων Ατταλείας, πρώην Αξώμης καθώς και Αρχιεπίσκοπος Θυατείρων και Μεγάλης Βρεταννίας Μεθόδιος, που όταν ο «Όμιλος Πελοποννησιακών Μελετών» μου ζήτησε πρόσφατα ένα άρθρο για το αφιέρωμα των «Πελοποννησιακών Γραμμάτων» στα 11 χρόνια από τότε που έφυγε από κοντά μας έγραψα τα ακόλουθα. Αναμνήσεις και συλλογισμοί που έφερα στη μνήμη μου για άλλη μια, για πολλοστή φορά:
Δεν θα διαψεύσω, ούτε και θα επιβεβαιώσω όμως, καθότι το θεωρώ ενδεχόμενο, ο τότε Αρχιεπίσκοπος Αμερικής Ιάκωβος και ο Θυατείρων Μεθόδιος, να είχαν οραματισθεί και να είχαν θέσει σε στάδιο εφαρμογής, να αναδειχθεί ο μεν πρώτος Οικουμενικός Πατριάρχης και ο δεύτερος να καταλάβει τη θέση του που θα χήρευε.
Είναι γεγονός ότι ο Αμερικής είχε καλλιεργήσει σχέσεις στενές, με τον τότε Πρόεδρο της Τουρκικής Δημοκρατίας Τουργκούτ Οζάλ, ότι οι δύο αρχιερείς συνδέονταν στενά, καθώς και ότι αμφότεροι διέθεταν τα απαιτούμενα προσόντα να καλύψουν επάξια τις δύο θέσεις, ιδιαίτερα σημαίνουσες για την εκκλησία μας αλλά και για τις φιλοδοξίες τους.
Προηγούμενο υπήρχε. Θα επαναλαμβανόταν το σενάριο εκλογής του Αθηναγόρα, το 1948. Τότε είχε απομακρυνθεί από τον Οικουμενικό Θρόνο ο Μάξιμος ο Α΄ και η Άγκυρα υποκύπτουσα στην απαίτηση της Ουάσιγκτον, η οποία είχε εκδηλώσει ένα ασύνηθες ενδιαφέρον με τα θέματα που αφορούσαν το Οικουμενικό Πατριαρχείο, παρέβλεψε το πνεύμα και το γράμμα της Συνθήκης της Λοζάνης, απέδωσε στον εκλεκτό της Αμερικής την απαιτούμενη τουρκική υπηκοότητα, διαγράφουσα παράλληλα όλους τους άλλους υποψήφιους. Τι και εάν τούτη τη φορά θα άλλαζαν οι πρωταγωνιστές.
“Ευσεβείς πόθοι” και σχεδιασμοί, τους οποίους όμως μόλις υποψιάσθηκαν οι Φαναριώτες, έσπευσαν να λάβουν και έλαβαν κατεπειγόντως, προτού καν χηρέψει ο πατριαρχικός θρόνος τα προσήκοντα μέτρα, καθότι αφενός δεν θα ήθελαν και πάλι επικεφαλής τους έναν ξενόφερτο και αφετέρου και ως επόμενο υπήρχαν και άλλοι υποψήφιοι μνηστήρες, με τα αυτά ή και καλύτερα προσόντα.
Πρώτο στόχο λοιπόν αποτέλεσε ο Μεθόδιος. Η καρατόμησή του κρίθηκε ευκολότερη. Καλόπιστος όπως ήτο ο Πατριάρχης Δημήτριος, δεν έφερε ούτε και διανοήθηκε να φέρει αντίρρηση. Γνώριζε άλλωστε ότι η ενθρόνισή του στον πατριαρχικό θρόνο, αποτελούσε μια ανεξόφλητη επιταγή στη διαταγή αυτών που τον ανέδειξαν, έστω και αν είχε μάθει ότι το τουρκικό κράτος είχε διαγράψει τους άλλους τέσσαρες συνυποψήφιούς του και είχε μείνει μόνος.
Είναι εξάλλου αληθές ότι ποτέ του ο αείμνηστος Αθηναγόρας δεν θα μπορούσε να φαντασθεί αυτόν ως διάδοχό του. Θυμάμαι πάντοτε τα λόγια του όταν σε ανύποπτο χρόνο και αν δεν με απατά η μνήμη μου περί τα τέλη της δεκαετίας του ‘50, ανταποκρινόμενος σε παράκληση του Δημητρίου, αρχιμανδρίτη τότε και ιερατικώς προϊσταμένου της Κοινότητας Φερίκιοϊ, υπό την ιδιότητά μου του διευθυντή της ημερήσιας εφημερίδος “Εμπρός” της Κων/πόλεως, είχα εισηγηθεί την προαγωγή του σε μητροπολίτη. Αποστομωτική ήταν η απάντηση του Αθηναγόρα, ο οποίος παραλλήλισε τον εκ μέρους μου προτεινόμενο, με έναν ταξιδιώτη ο οποίος ενώ είναι από ώρας στον σιδηροδρομικό σταθμό, σπεύδει να εκδώσει το εισιτήριό του, μόλις δει την αμαξοστοιχία να πλησιάζει, με αποτέλεσμα φυσικά να μην προλάβει και να φύγει το τραίνο χωρίς αυτόν. Πέ μου συνέχισε, μ’ εκείνη την επιβλητική και αφοπλιστική φωνή του. “Φρόντισε να πλουτίσει τις ξένες γλώσσες του; Φρόντισε να μάθει άλλη μια γλώσσα; Ποια είναι τα βιβλία που έχει συγγράψει, ποίο είναι το έργο του, ποια είναι η δραστηριότητά του;”
Άφωνος έμεινα εγώ, αλλά και βέβαιος ότι θα αργούσε πολύ να γίνει ο Δημήτριος δεσπότης. Είναι αλήθεια ότι ο Αθηναγόρας στόχευε πάντοτε πολύ υψηλά. Μεγαλόπνοα ήταν τα οράματά του και όπως ήταν προικισμένος με το σπάνιο χάρισμα να προβλέπει πριν από όλους το μέλλον, πίστευε ότι η Εκκλησία μας έπρεπε επιτέλους να πλουτισθεί με ιεράρχες ευρυμαθείς και το κυριότερο ικανούς να ακτινοβολούν διεθνώς.
Γνώρισα τον Μεθόδιο τις επόμενες μέρες της απομάκρυνσής του από τον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Αγγλίας.

Έμενε στο Χαλάνδρι στο οικογενειακό του κατάλυμα όπου τον επισκέφθηκα για μια συνέντευξη που δημοσίευσε η «Πολιτική Εποπτεία». Από δήμαρχος ο Μεθόδιος χωρίς υπερβολής ίχνος και από τη μια ημέρα στην άλλη, είχε γίνει κλητήρας. Και για να είμαι ειλικρινής ούτε είχε καταλάβει τι έγινε, πώς έγινε, γιατί έγινε. Μολονότι βαθειά πληγωμένος, ήθελε να ελπίζει ότι θα υπάρξει συνέχεια, ότι επρόκειτο για παρεξήγηση, για λάθος, για ένα λάθος που θα αποκαθίστατο άμεσα. Δεν χαίρει όμως του «αλάθητου» μόνον ο Ποντίφικας, ως αποδείχθηκε χαίρει και το Φανάρι…. ιδίως σε ανάλογες περιπτώσεις, που αναγνωρίζει στον εαυτό του το δικαίωμα να αποφασίζει και να διατάσσει, έστω και αν κανονικά έπρεπε να του είχε απαγγελθεί κατηγορία, να προηγηθεί δίκη ενώπιον του Πρωτοβάθμιου και Δευτεροβάθμιου Εκκλησιαστικού Δικαστηρίου, να κληθεί σε απολογία και να ασκήσει το «έκκλητο».
Πολλά ήταν τα επιχειρήματα που διατύπωνε ο Μεθόδιος. Συγκρατημένη όμως ήταν η οργή του. Κατηγορηματικά πάντως απέρριπτε ό,τι διαδιδόταν εις βάρος του. Έκανε λόγο για την επιταγή της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου ότι «απόντα ουδείς κατακρίνει», καθώς και για τον 87ο Κανόνα της εν Καρθαγένη Συνόδου. Επίσης πρότασσε τα σχετικά σχόλια των Ζωναρά και Βαλσαμώνος, καθώς και τις επιστολές του Μεγάλου πατρός της Εκκλησίας, του Φωτίου, δεν φαινόταν όμως διατεθειμένος να προχωρήσει σε «αντάρτικο» κατά του Πατριαρχείου, ενώ άφηνε να γίνει αντιληπτή η πικρία του για την αδιάφορη στάση του Αρχιεπισκόπου Αμερικής. Στάση που κατά τη γνώμη μου αποτελούσε συνέπεια του σοκ που υπέστη από την έκπτωση του Μεθοδίου, χωρίς εννοείται, ενδόμυχα να αποκλείει το ενδεχόμενο μιας ανάλογης τακτικής και για τον ίδιο, βέβαιος πλέον ότι το Φανάρι δεν αστειευόταν.
Παρά την πικρία και τον μαχητικό του χαρακτήρα, μου έκανε εντύπωση ότι απέφευγε εύστροφα τις προκλήσεις μου και μια και δυο επαναλάμβανε, ότι δεν σχολιάζονται, δεν πρέπει να σχολιάζονται οι αποφάσεις της Ιεράς Συνόδου.
Σήμερα σε μια προσπάθεια επανεκτίμησης των γεγονότων ύστερα από τόσα χρόνια, περίπου τρείς δεκαετίες, ανασύρω από το αρχείο μου το σχετικό άρθρο. Το ερώτημα στο οποίο προσπαθούσα να απαντήσω και τότε στο πλαίσιο μιας εμπεριστατωμένης και κατά το δυνατόν αμερόληπτης δημοσιογραφικής έρευνας, ήταν «Ποια λογική είχε υποχρεώσει το Φανάρι να θέσει σε διαθεσιμότητα έναν φωτισμένο ιεράρχη με μια πολύπλευρη και αξιόλογη δράση, ενώ συμβιβαζόταν να διατηρεί στην αρχή αν όχι ανάξιους οπωσδήποτε όμως αφανείς, οπωσδήποτε αδρανείς». Σχετικό και το παράδειγμα άμεσης πλήρωσης της θέσης του με τον επίσκοπο Τροπαίου Γρηγόριο, του οποίου την προαγωγή σε μητροπολίτη απέρριπτε ως τότε κατηγορηματικά το Φανάρι.
Στα χρόνια που μεσολάβησαν είχα την πολύτιμη ευκαιρία να γνωρίσω καλύτερα τον Γέροντα. Να περισσέψει η εκτίμησή μου στο έργο του καθώς και ο σεβασμός στο πρόσωπό του. Κατείχε την ιστορία, κατείχε όσον ολίγοι τα εκκλησιαστικά θέματα. Άλλωστε τα δημοσιευμένα έργα του αποτελούν άλλη μια αδιάσειστη μαρτυρία του ανεξάντλητου αποθέματος, των γνώσεων, των οραμάτων και του «πιστεύω» του.
Κατάθεση ψυχής θα χαρακτηρίσω όσα μου έχει εκμυστηρευθεί κατά τη διάρκεια της πολύμηνης συνέντευξής του προς εμένα που κυκλοφόρησε το 2005 υπό τον τίτλο «Εκ βαθέων εξομολόγηση Μητροπολίτη Πισιδίας Μεθοδίου Φούγια. Αρχιεπισκόπου Θυατείρων και Μεγάλης Βρετανίας (1979 -1988). Στο πλαίσιο ενός διαλόγου με τον Αλέκο Παπαδόπουλο. Χωρίς προκαταλήψεις και δίχως σκοπιμότητες». Λεπτομερής στις σελίδες του βιβλίου η αναφορά στο όλο έργο του. Η ελληνορθόδοξη διασπορά ήταν το πεδίο που έδρασε κυρίως ο Μεθόδιος. Εκτός από τη Μεγάλη Βρετανία, ανέλιξε τα αδιαμφισβήτητα οργανωτικά και διοικητικά προσόντα του στη Γερμανία, Αίγυπτο, και Αιθιοπία. Γνωστά όλα αυτά και άλλα πολλά, προς τι λοιπόν η επανάληψη; Στενή διαπίστωνα τη σχέση του Μεθόδιου με τη συνέπεια και αν παρατύπησε κάπου κάποτε, ήταν και πάλι για να φανεί συνεπής προς τα μεγαλεπήβολα οράματά του για το καλό της Εκκλησίας, προς όφελος του έθνους.
Ασφαλώς και δεν είχε μετριάσει την απογοήτευση που δοκίμαζε η ανάδειξή του στις 12 Μαρτίου 1991 σε Μητροπολίτη Πισιδίας, Σίδης, Μυρέων και Ατταλείας. Μιας Μητρόπολης χωρίς ποίμνιο και με έδρα στην ιστορία και μόνο. Η απάντηση που πήρα όταν του το ανέφερα, με εκείνο το τόσο εκφραστικό χαμόγελό του, ήταν η ακόλουθη: «Και βέβαια…. πώς να μη χαίρομαι, από κυβερνήτης ενός τεράστιου υπερωκεανίου με χιλιάδες πλήρωμα και με πολλούς προορισμούς βρέθηκα μοναχικός κωπηλάτης σε μια μικρή λέμβο χωρίς προορισμό».
Και το ταπεινό μου πόρισμα, με αφορμή τη συμπλήρωση 11 χρόνων από τότε που έφυγε ο Γέροντάς μας, πικραμένος και πάλι, τη φορά αυτή από τους αρχιερείς της ελλαδικής εκκλησίας, οι οποίοι ενώ τον προέτρεπαν και τον είχαν πείσει να διεκδικήσει τον Αρχιεπισκοπικό Θρόνο της Εκκλησίας της Ελλάδος τον καταψήφισαν, εκτός ενός, είναι ότι σε όλο του τον βίο είχε μείνει αγνός, είχε μείνει αθώος, καλόπιστος πάντοτε, πίστευε τους απέναντί του, τους θεωρούσε ειλικρινείς όπως ήταν ο ίδιος και έλεγε απροκάλυπτα ό,τι είχε στον νου του. Η περίπτωση του Μεθοδίου μου θυμίζει τα ακροτελεύτια λόγια του Σωκράτη. Απευθυνόμενος μετά την καταδίκη του στους κατηγόρους του και στους κριτές του, ολοκλήρωσε την ομιλία του με τα ακόλουθα καταπληκτικά λόγια: «Αλλ΄ ώρα είναι βέβαια να πηγαίνουμε, εγώ για το θάνατο, σεις δε για τη ζωή, ποιος όμως στο καλύτερο πηγαίνει απ’ τους δυο μας, άδηλο σ΄ όλους, το ξέρει μόνο ο Θεός».
Όσον αφορά το Οικουμενικό Πατριαρχείο με τη στάση του αποδείκνυε για πολλοστή φορά, ότι υπεράνω όλων προσπαθεί να θέτει και θέτει το «τυπικό», στο οποίο ίσως και να οφείλεται η επιβίωση αλλά και διεθνής δράση του επί τόσους αιώνες υπό τον τουρκικό ζυγό.
*Ο Αλέκος Παπαδόπουλος σε νεαρότατη ηλικία υπήρξε διευθυντής της εφημερίδας “ΕΜΠΡΟΣ”, που εκδιδόταν στην Κωνσταντινούπολη. Μετά την μετοίκησή του στην Αθήνα ίδρυσε τον εκδοτικό οίκο “ΕΠΤΑΛΟΦΟΣ”. Επίσης, είναι συγγραφέας βιβλίων.

-Το κείμενο εκφράζει τις προσωπικές απόψεις του συγγραφέα

Share this post